πράτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική πράτης πράτα πρᾶται
Γενική πράτου πράταιν πρατῶν
Δοτική πράτ πράταιν πράταις
Αιτιατική πράτην πράτα πράτας
Κλητική πρᾶτα πράτα πρᾶται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράτης < πιπράσκω / πέρνημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πράτης αρσενικό (ᾱ́)