πρέσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρέσα πρέσες
γενική πρέσας (πρεσών)
αιτιατική πρέσα πρέσες
κλητική πρέσα πρέσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρέσα < ιταλική pressa < γαλλική presse < presser < λατινική presso, θαμιστικό τού premo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (χτυπώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρέσα θηλυκό

  • ειδικό μηχάνημα που ασκεί πίεση
    Η τεχνολογία είναι επεκτάσιμη, με μόνους περιορισμούς το μέγεθος και το σχήμα της πρέσας. Μέσω της χρήσης πρεσών ειδικών σχημάτων, μπορεί να παραχθεί σε διάφορες μορφές- όπως, για παράδειγμα, ως φτερά για ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος. (*)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]