πρέφα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρέφα πρέφες
γενική πρέφας (πρεφών)
αιτιατική πρέφα πρέφες
κλητική πρέφα πρέφες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρέφα < ρωσική преферанс < γαλλική préférence

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρέφα θηλυκό

  1. είδος παιχνιδιού που παίζεται με τράπουλα
  2. τράπουλα με 32 φύλλα που χρησιμοποιείται για την πρέφα (1) και άλλα παρεμφερή με αυτήν παιχνίδια.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]