Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρίν

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πριν

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρίν < πρό  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίρρημα

[επεξεργασία]

πρίν (δωρικό πράν)

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

πρίν