πρίσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρίσμα πρίσματα
γενική πρίσματος πρισμάτων
αιτιατική πρίσμα πρίσματα
κλητική πρίσμα πρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρίσμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πρίσμα ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) πολύεδρο με παράλληλες δύο απέναντι πλευρές και τις υπόλοιπες πλευρές κάθετες σε αυτές τις δύο
  2. (οπτική) διαφανές αντικέμενο με επίπεδες πλευρές το οποίο εκτρέπει και αναλύει το φως
  3. (συνεκδοχικά) τρόπος αντίληψης μιας κατάστασης
    Όταν δεις τη Γεωμετρία του Ευκλείδη υπό το πρίσμα της επιστήμης καταλαβαίνεις τη συμβολή του στην εξέλιξη της θεμελίωσης των μαθηματικών.


32πχ Μεταφράσεις[]