Μετάβαση στο περιεχόμενο

πραΰνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πραΰνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πραΰνω < πραΰς / πρᾶος

πραΰνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πραΰνω < πρᾱ(ΰς) + -ύνω.

πραΰνω (ᾱ)

  1. μαλακώνω, κατευνάζω, ηρεμώ
  2. (παθητική φωνή) γίνομαι μαλακός ή πράος, μετριάζομαι
  3. (παθητική φωνή) καταπίπτω, εξασθενίζω π.χ. για οργή
  4. εξημερώνω π.χ. άγρια ζώα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

πραΰνω (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: πραΰνω