πραγματισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πραγματισμός πραγματισμοί
γενική πραγματισμού πραγματισμών
αιτιατική πραγματισμό πραγματισμούς
κλητική πραγματισμέ πραγματισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πραγματισμός < πράγμα + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική réalisme)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πραγματισμός αρσενικό

  • (φιλοσοφία) η φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία αληθές είναι μόνο ό,τι πρακτικά ωφελεί στη ζωή. Σύμφωνα με τον πραγματισμό η πράξη έχει προτεραιότητα έναντι της θεωρίας καθώς και η εμπειρία έναντι των αμετάβλητων αρχών. Οι ιδέες, σύμφωνα με τη φιλοσοφία του πραγματισμού, δανείζονται τα νοήματά τους από τις συνέπειές τους και την αλήθειά τους που προκύπτει από την επαλήθευσή τους
  1. Εδώ καί λίγα χρόνια ξεφύτρωσε μιά καινούρια φιλοσοφική σκολή γνωστή μέ τό όνομα Πραγματισμός. (Πέτρος Βλαστός, Πραγματισμός)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]