πραγματοποιώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πραγματοποιώ < πράγμα + ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πραγματοποιώ (παθητικός τύπος: πραγματοποιούμαι)

  1. κάνω κάτι πραγματικό, το υλοποιώ, μεταβάλλω τα λόγια σε πράξεις
    Αυτά που λες δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μαγικά, αφού κάθεσαι άπραγος
  2. κατορθώνω κάτι σχετικά δύσκολο που σχεδίαζα εγώ ή άλλος
    Ηθελε από παιδί να σπουδάσει Αρχαιολογία και τελικά πραγματοποίησε το όνειρό του στα 50!
    Η ευχή του πραγματοποιήθηκε χάρη στους...
    Τελικά πραγματοποίησε την απειλή του! Το' πε και το' κανε
  3. διεκπεραιώνεται κάτι, όχι απαραιτήτως σημαντικό, υλοποιείται, λαμβάνει χώρα
    Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]