πραλίνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πραλίνα πραλίνες
γενική πραλίνας (πραλινών)
αιτιατική πραλίνα πραλίνες
κλητική πραλίνα πραλίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πραλίνα < γαλλική praline

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πραλίνα θηλυκό

  1. (γαστρονομία), (ζαχαροπλαστική): κρέμα σοκολάτας με ξηρούς καρπούς, συνηθέστερα αμύγδαλα ή φουντούκια
    με πραλίνα παρασκευάζονται πλείστα γλυκά, από φοντάν μέχρι τούρτες, καθώς και για επάλειψη ή γέμιση σε βάφλες, ή κρέπες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]