πραλίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πραλίνα οι πραλίνες
      γενική της πραλίνας των (πραλινών)
    αιτιατική την πραλίνα τις πραλίνες
     κλητική πραλίνα πραλίνες
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πραλίνα < γαλλική praline

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πραλίνα θηλυκό

  1. (γαστρονομία), (ζαχαροπλαστική): κρέμα σοκολάτας με ξηρούς καρπούς, συνηθέστερα αμύγδαλα ή φουντούκια
    με πραλίνα παρασκευάζονται πλείστα γλυκά, από φοντάν μέχρι τούρτες, καθώς και για επάλειψη ή γέμιση σε βάφλες, ή κρέπες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]