πραματευτής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πραματευτής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πραματευτής < ελληνιστική κοινή πραγματευτής (άνθρωπος του εμπορίου, εμπορικός αντιπρόσωπος) → και δείτε σχόλια στο πραματευτής
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾa.ma.teˈftis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρα‐μα‐τευ‐τής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πραματευτής αρσενικό
- (επάγγελμα) o πλανόδιος έμπορος, o γυρολόγος
- ※ Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)
Παροιμίες
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πραματευτής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πραματευτής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Όροι με πραματε- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πραματευτής < πραγματευτής με αφομοίωση [ɣm] > [mm] και απλοποίηση του διπλού συμφώνου [mm] > [m][1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πραματευτής αρσενικό
- (επάγγελμα) όψιμη μορφή του πραγματευτής με απάλειψη του γάμα
- ※ 15ος αιώνας ⌘ Λεόντιος Μαχαιράς, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν
- Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Τόμος 2 σελ.@books-google
- ἔπεψεν ἕναν χαρτίν πολλὰ κουρτέσικον τοὺς πραματευτάδες
- Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Τόμος 2 σελ.@books-google
- κιτιάσετέ με από τα πράματα των πραματευτάδων
- άλλες μορφές: πραγματευτής
Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- πραματευτάδες (πληθυντικός)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πραματευτής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- → δείτε πραγματευτής
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πραματευτής' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επαγγέλματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Μαχαιρά (μεσαιωνικά κυπριακά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά κυπριακά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)