πρασεοδύμιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρασεοδύμιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική praseodymium < αρχαία ελληνική πράσιος + δίδυμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρασεοδύμιο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 59 και χημικό σύμβολο το Pr
πτώση ενικός
ονομαστική πρασεοδύμιο
γενική πρασεοδυμίου
αιτιατική πρασεοδύμιο
κλητική πρασεοδύμιο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]