πρασινοσκέλης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρασινοσκέλης < πράσιν(ος) + -ο- + σκέλ(ια) + -ης
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πρασινοσκέλης αρσενικό
- (πτηνό) είδος πουλιού
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πρασινοσκέλης
|
|