πρασινοφρουρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρασινοφρουρός πρασινοφρουροί
γενική πρασινοφρουρού πρασινοφρουρών
αιτιατική πρασινοφρουρό πρασινοφρουρούς
κλητική πρασινοφρουρέ πρασινοφρουροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρασινοφρουρός, < πράσινος + φρουρός, κατά το ερυθροφρουρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρασινοφρουρός αρσενικό

  1. (πολιτική): πολιτικός μάχιμος οπαδός, ένθερμος υποστηρικτής, του ΠΑΣΟΚ
  2. διορισμένος υπάλληλος στο δημόσιο επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ με σκοπό να ψηφίζει μόνιμα το κόμμα (ως φρουρός) που τον διόρισε

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]