πρατήριον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρατήριον < αρχαία ελληνική πρατήριον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρατήριον ουδέτερο



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πρατήριον πρατηρίω πρατήρια
Γενική πρατηρίου πρατηρίοιν πρατηρίων
Δοτική πρατηρί πρατηρίοιν πρατηρίοις
Αιτιατική πρατήριον πρατηρίω πρατήρια
Κλητική πρατήριον πρατηρίω πρατήρια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρατήριον < πρατήρ < πιπράσκω / πέρνημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (διαπερνώ, διασχίζω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρατήριον ουδέτερο

  1. αγορά, παζάρι
  2. σκλαβοπάζαρο
    Ὕστερον δ' ἔκ τινων λόγων προσκόψας αὐτῷ παντελῶς ἀπηλλοτριώθη, καὶ προαγαγὼν εἰς τὸ πρατήριον ὡς ἀνδράποδον ἀπέδοτο μνῶν εἴκοσι. (Διόδωρος Σικελιώτης, 15, 7)
     συνώνυμα: στατάριον