Μετάβαση στο περιεχόμενο

πραότης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πραότης αἱ πραότητες
      γενική τῆς πραότητος τῶν πραοτήτων
      δοτική τῇ πραότητ ταῖς πραότησ(ν)
    αιτιατική τὴν πραότητ τὰς πραότητᾰς
     κλητική ! πραότης πραότητες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πραότητε
γεν-δοτ τοῖν  πραοτήτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πραότης < πρᾶο(ς) + -της

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πραότης, -ητος θηλυκό