πρεζαρισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρεζαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πρεζάρω
Μετοχή
[επεξεργασία]πρεζαρισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη πρεζάρω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πρεζαρισμένος
|
|