πρεζόνι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πρεζόνι | τα | πρεζόνια |
| γενική | του | πρεζονιού | των | πρεζονιών |
| αιτιατική | το | πρεζόνι | τα | πρεζόνια |
| κλητική | πρεζόνι | πρεζόνια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρεζόνι < πρέζα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πρεζόνι ουδέτερο
- ναρκομανής, χρήστης ηρωίνης
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πρεζόνι
|
→ δείτε τη λέξη πρεζάκιας |