πρεσβευτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρεσβευτής πρεσβευτές
γενική πρεσβευτή πρεσβευτών
αιτιατική πρεσβευτή πρεσβευτές
κλητική πρεσβευτή πρεσβευτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρεσβευτής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρεσβευτής αρσενικό

  1. ο επίσημος εκπρόσωπος της κυβέρνησης μιας χώρας σε μία άλλη χώρα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]