πρεσβευτής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | πρεσβευτής | οι | πρεσβευτές |
| γενική | του του/της |
πρεσβευτή πρεσβευτού |
των | πρεσβευτών |
| αιτιατική | τον/την | πρεσβευτή | τους/τις | πρεσβευτές |
| κλητική | πρεσβευτή | πρεσβευτές | ||
| Η γενική ενικού σε -ού, λόγιος τύπος. Θηλυκό, και πρεσβευτίνα. Δείτε και τα συνώνυμα πρέσβης, πρέσβειρα. | ||||
| Κατηγορία όπως «κριτής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρεσβευτής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρεσβευτής
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾe.zveˈftis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρε‐σβευ‐τής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πρεσβευτής αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό πρεσβευτής & σε οικείο ύφος: πρεσβευτίνα)
- (επάγγελμα, διπλωματία) συνώνυμο του πρέσβης (αρσενικό), πρέσβειρα (θηλυκό)
- ※ Όποιος τελεί την πράξη του προηγούμενου άρθρου εναντίον πρεσβευτή διαπιστευμένου στην ελληνική πολιτεία ή άλλου διπλωματικού αντιπροσώπου κατά τον χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. (Νόμος_4619/2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις πρέσβης και πρέσβειρα για την έκφραση πρέσβης καλής θελήσεως
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη πρέσβης & το αρχαίο πρέσβυς (άνθρωπος μεγάλης ηλικίας)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πρεσβευτής
|
Πηγές
[επεξεργασία]- πρεσβευτής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πρεσβευτής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ετερόκλιτο με δύο πληθυντικούς | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | πληθυντικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| πληθυντικός 1ης κλίσης |
συχνότερος ο πληθυντικός 3ης κλίσης όπως πρέσβυς | |||||||
| ονομαστική | ὁ | πρεσβευτής | οἱ | πρεσβευταί | πρέσβεις | |||
| γενική | τοῦ | πρεσβευτοῦ | τῶν | πρεσβευτῶν | πρέσβεων | |||
| δοτική | τῷ | πρεσβευτῇ | τοῖς | πρεσβευταῖς | πρέσβεσῐ(ν) | |||
| αιτιατική | τὸν | πρεσβευτήν | τοὺς | πρεσβευτᾱ́ς | πρέσβεις | |||
| κλητική ὦ! | πρεσβευτᾰ́ | πρεσβευταί | πρέσβεις | |||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πρεσβευτᾱ́ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | πρεσβευταῖν | ||||||
| Συχνότερος είναι ο πληθυντικός κατά το πρέσβυς. | ||||||||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρεσβευτής < πρεσβεύ(ω) (είμαι εκπρόσωπος) + -τής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πρεσβευτής, -οῦ αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη πρέσβυς (ηλικιωμένος άνθρωπος)
Πηγές
[επεξεργασία]- πρεσβευτής - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πρεσβευτής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κριτής' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Διπλωματία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ποιητής' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' εξαιρέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τής (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ετερόκλιτα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)