Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρηστήρ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πρηστήρ οἱ πρηστῆρες
      γενική τοῦ πρηστῆρος τῶν πρηστήρων
      δοτική τῷ πρηστῆρ τοῖς πρηστῆρσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν πρηστῆρ τοὺς πρηστῆρᾰς
     κλητική ! πρηστήρ πρηστῆρες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πρηστῆρε
γεν-δοτ τοῖν  πρηστήροιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κλητήρ' όπως «κλητήρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρηστήρ < πίμπρημι + -τήρ  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρηστήρ αρσενικό

  1. (άνεμος) τυφώνας, ανεμοστρόβιλος
      4ος αιώνας πκε Ψευδο-Ἀριστοτέλης, Περὶ κόσμου, 4 @scaife.perseus
    Τῶν γε μὴν βιαίων πνευμάτων καταιγὶς μέν ἐστι πνεῦμα ἄνωθεν τύπτον ἐξαίφνης, θύελλα δὲ πνεῦμα βίαιον καὶ ἄφνω προσαλλόμενον, λαῖλαψ δὲ καὶ στρόβιλος πνεῦμα εἰλούμενον κάτωθεν ἄνω, ἀναφύσημα δὲ γῆς πνεῦμα ἄνω φερόμενον κατὰ τὴν ἐκ βυθοῦ τινος ἢ ῥήγματος ἀνάδοσιν· ὅταν δὲ εἰλούμενον πολὺ φέρηται, πρηστὴρ χθόνιός ἐστιν.
  2. κεραυνός / αστροπελέκι
      5ος/4ος αιώνας πκε , Ξενοφών Ἑλληνικά 1.3.1
    Τοῦ δ᾽ ἐπιόντος ἔτους ὁ ἐν Φωκαίᾳ νεώς τῆς Ἀθηνᾶς ἐνεπρήσθη πρηστῆρος ἐμπεσόντος
    Τον επόμενο χρόνο κάηκε από αστροπελέκι ο ναός της Αθηνάς στη Φώκαια. (Μετάφραση Ρόδης Ρούφος, Θεσσαλονίκη, ΚΕΓ, 2012)
      5ος/4ος αιώνας πκε , Ηρόδοτος Ἱστορίαι 7.42.2
    καὶ πρῶτα μέν οἱ ὑπὸ τῇ Ἴδῃ νύκτα ἀναμείναντι βρονταί τε καὶ πρηστῆρες ἐπεσπίπτουσι καί τινα αὐτοῦ ταύτῃ συχνὸν ὅμιλον διέφθειραν
    Και την πρώτη νύχτα που στρατοπέδευσε στους πρόποδες της Ίδης ξέσπασε απάνω τους μπόρα με βροντές και κεραυνούς κι απ᾽ αυτή την αιτία εξοντώθηκε σημαντικό πλήθος του στρατού του. (Μετάφραση Λ. Ζενάκος, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, 1992)
  3. (ελληνιστική σημασία)
    1. διπλό φυσερό
    2. (στον πληθυντικό) οι δυο φλέβες του λαιμού, πρησμένες από θυμό
    3. είδος ερπετού

Συγγενικά

[επεξεργασία]