πριαπισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πριαπισμός πριαπισμοί
γενική πριαπισμού πριαπισμών
αιτιατική πριαπισμό πριαπισμούς
κλητική πριαπισμέ πριαπισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πριαπισμός < μεταγενέστερη ελληνική Πρίαπος + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πριαπισμός αρσενικό

  1. (ιατρική) παθολογική κατάσταση συνεχούς στύσης χωρίς γενετήσια επιθυμία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]