πριγκιπάτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πριγκιπάτο τα πριγκιπάτα
      γενική του πριγκιπάτου των πριγκιπάτων
    αιτιατική το πριγκιπάτο τα πριγκιπάτα
     κλητική πριγκιπάτο πριγκιπάτα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πριγκιπάτο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πριγκιπᾶτον < (άμεσο δάνειο) ιταλική principato < λατινική prīncipātus < princeps < primus + capio

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πριγκιπάτο ουδέτερο

  • μοναρχικό κράτος, που κυβερνάται από μονάρχη με τον τίτλο του πρίγκιπα ή της πριγκίπισσας
    Το μικροσκοπικό πριγκιπάτο της Μεσογείου, που με την πρώτη ματιά δίνει την αίσθηση της τελειότητας, αντιπροσωπεύει σήμερα ένα αγαπημένο μέρος για μόνιμη κατοικία εφοπλιστών, διασημοτήτων, καλλιτεχνών και γαλαζοαίματων, οι οποίοι, εκτός από τον κοσμοπολίτικο αέρα, απολαμβάνουν παράλληλα και ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]