πριμιτιβιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πριμιτιβιστής πριμιτιβιστές
γενική πριμιτιβιστή πριμιτιβιστών
αιτιατική πριμιτιβιστή πριμιτιβιστές
κλητική πριμιτιβιστή πριμιτιβιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πριμιτιβιστής < αγγλική primitivist

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πριμιτιβιστής αρσενικό

  1. αυτός που ακολουθεί την καλλιτεχνική τάση του πριμιτιβισμού και χρησιμοποιεί στοιχεία από την καλλιτεχνική έκφραση των "πρωτόγονων"


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]