πριόνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πριόνι πριόνια
γενική πριονιού πριονιών
αιτιατική πριόνι πριόνια
κλητική πριόνι πριόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πριόνια
πριόνι < ελληνιστική κοινή πριόνιον < υποκοριστικό του αρχαίου πρίων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πριόνι ουδέτερο

  • εργαλείο με οδοντωτή λάμα που χρησιμοποιείται για κόψιμο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]