Μετάβαση στο περιεχόμενο

προίκα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προίκα οι προίκες
      γενική της προίκας των προικών
    αιτιατική την προίκα τις προίκες
     κλητική προίκα προίκες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προίκα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική προίξ[1] < πρό + ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι < ἵκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sē̆ik-

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpɾi.ka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προίκα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

προίκα θηλυκό (γενική: προίκας και προικός)

  1. τα περιουσιακά στοιχεία (κυρίως ακίνητα και χρήματα) που στις παραδοσιακές κοινωνίες έδινε η οικογένεια της νύφης στο γαμπρό για την οικονομική εξασφάλιση της νέας οικογένειας
      Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)
  2. τα είδη ρουχισμού και τα λοιπά κινητά αντικείμενα που ετοίμαζε η νύφη και η οικογένειά της για τον εξοπλισμό του νέου σπιτικού
    παράδειγμα  είδη προικός
  3. (μεταφορικά) η αναγκαία χρηματοδότηση για ένα έργο
    παράδειγμα  5% του προϋπολογισμού προίκα για την παιδεία

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]