προίξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προίξ < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προίξ θηλυκό

  1. (πριν τον Όμηρο) δώρο
  2. (μετά τον Όμηρο) προίκα