προαγορασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προαγορασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου προαγοράζω
Μετοχή
[επεξεργασία]προαγορασμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη προαγοράζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προαγορασμένος
|
|