προαγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προαγωγή οι προαγωγές
      γενική της προαγωγής των προαγωγών
    αιτιατική την προαγωγή τις προαγωγές
     κλητική προαγωγή προαγωγές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προαγωγή < ελληνιστική κοινή προαγωγή < αρχαία ελληνική προάγω < πρό + ἄγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.a.ɣɔ.ˈʝi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προαγωγή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]