Μετάβαση στο περιεχόμενο

προαλείφω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προαλείφω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προαλείφομαι (= αλείβομαι, ως παλαιστής, με λάδι πριν τον αγώνα) σε ενεργητική φωνή < αρχαία ελληνική προαλείφω (σκεπάζω από πριν).[1] Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + αλείφω.

προαλείφω , παθ.φωνή: προαλείφομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]