προασπίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προασπίζω < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ρήμα[]

προασπίζω και προασπίζομαι, στιγμ. μέλλ.: θα προασπίσω και προασπιστώ, αόρ.: προάσπισα και προασπίστηκα

  1. υπερασπίζομαι, αγωνίζομαι για να προστατεύσω κάτι (υλικό ή πνευματικό)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Οι ενεργητικοί και οι παθητικοί τύποι του ρήματος έχουν την ίδια σημασία.

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]