προβιβάσιμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]προβιβάσιμος
- που είναι δυνατόν ή μπορεί να προβιβαστεί
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προβιβάσιμος