προβληματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική προβληματικός προβληματική προβληματικό
γενική προβληματικού προβληματικής προβληματικού
αιτιατική προβληματικό προβληματική προβληματικό
κλητική προβληματικέ προβληματική προβληματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προβληματικοί προβληματικές προβληματικά
γενική προβληματικών προβληματικών προβληματικών
αιτιατική προβληματικούς προβληματικές προβληματικά
κλητική προβληματικοί προβληματικές προβληματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προβληματικός < αρχαία ελληνική προβληματικός (σχετικός με πρόβλημα) (< πρόβλημα + -ικός). Για τις σύγχρονες σημασίες, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική problématique[1]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προβληματικός

  • που έχει, που παρουσιάζει πολλά προβλήματα, πολλές δυσκολίες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. προβληματικός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.