προβολέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προβολέας προβολείς
γενική προβολέα
& προβολέως
προβολέων
αιτιατική προβολέα προβολείς
κλητική προβολέα προβολείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προβολέας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προβολέας αρσενικό

  1. εξάρτημα ή συσκευή που παράγει έντονο φωτισμό σχετικά συγκεντρωμένο σε μία κατεύθυνση
  2. (κινηματογράφος) ειδικό μηχάνημα που προβάλλει κινηματογραφικό φιλμ
  3. ειδικό μηχάνημα που προβάλλει διαφάνειες

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • οι προβολείς της δημοσιότητας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]