προγούλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το προγούλι τα προγούλια
      γενική του προγουλιού των προγουλιών
    αιτιατική το προγούλι τα προγούλια
     κλητική προγούλι προγούλια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προγούλι < προ- + γούλα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προγούλι ουδέτερο

  1. το διπλοσάγονο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]