προδίδωμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προδίδωμι < πρό + δίδωμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προδίδωμι (μέση φωνή: προδίδομαι)

  1. προπληρώνω, δίνω εκ των προτέρων
  2. παραδίδω στον εχθρό
  3. εγκαταλείπω στην τύχη του,
  4. φανερώνω κάτι που δεν θα έπρεπε, προδίδω μυστικό, αποδεικνύομαι άπιστος
  5. (παθητικό) προδίδομαι, εγκαταλείπομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]