προδομένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]προδομένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προδίδω και προδίνω
- ※ Η Μήδεια υπήρξε το πρώτο θύμα της διαπολιτιστικής νόσου, αυτού που ονομάζεται κατάθλιψη της μετανάστευσης, όταν με θολωμένο το μυαλό από την αποξένωση και την εχθρότητα, προδομένη από τον αγαπημένο της αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό, ξενίτισσα -από το «ξενίτης», που στην ταινία του Αγγελόπουλου «Η αιωνιότητα και μια μέρα» δηλώνει τον «όπου γης ξένο»-, σκότωσε το ίδια τα παιδιά της. (Πάνος Σόμπολος, Γυναίκες δολοφόνοι. Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2019)