προδότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προδότης < αρχαία ελληνική προδίδωμι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈðɔ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προδότης αρσενικό• θηλ. προδότρια, προδότρα, προδότισσα

  1. αυτός που προδίδει την πατρίδα του· δωσίλογος, κουίσλινγκ.
  2. που καταδίδει πρόσωπο σε εχθρούς· καταδότης, σπιούνος, ρουφιάνος, Ιούδας Ισκαριώτης.
  3. που αθετεί ηθικές υποχρεώσεις.
  4. που εγκαταλείπει φίλους ή οικείους σε ώρα ανάγκης· άπιστος.
  5. που φανερώνει μυστικά· καρφί, πληροφοριοδότης, χαφιές, μαρτυριάρης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]