προεξέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: προέχω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προεξέχω < μεσαιωνική ελληνική προεξέχω < πρό + αρχαία ελληνική ἐξέχω < ἐξ + ἔχω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔεˈksεxɔ/
συλλαβισμός: προ‐ε‐ξέ‐χω
παλαιός συλλαβισμός: προ‐εξ‐έ‐χω

Ρήμα[επεξεργασία]

προεξέχω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. προεξέχω προεξείχα θα προεξέχω να προεξέχω προεξέχοντας
β' ενικ. προεξέχεις προεξείχες θα προεξέχεις να προεξέχεις
γ' ενικ. προεξέχει προεξείχε θα προεξέχει να προεξέχει
α' πληθ. προεξέχουμε προεξείχαμε θα προεξέχουμε να προεξέχουμε
β' πληθ. προεξέχετε προεξείχατε θα προεξέχετε να προεξέχετε προεξέχετε
γ' πληθ. προεξέχουν(ε) προεξείχαν
προεξείχαν(ε)
θα προεξέχουν(ε) να προεξέχουν(ε)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]