προεξέχω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προεξέχω < αρχαία ελληνική προεξέχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προεξέχω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. προεξέχω προεξείχα θα προεξέχω να προεξέχω προεξέχοντας
β' ενικ. προεξέχεις προεξείχες θα προεξέχεις να προεξέχεις
γ' ενικ. προεξέχει προεξείχε θα προεξέχει να προεξέχει
α' πληθ. προεξέχουμε προεξείχαμε θα προεξέχουμε να προεξέχουμε
β' πληθ. προεξέχετε προεξείχατε θα προεξέχετε να προεξέχετε προεξέχετε
γ' πληθ. προεξέχουν(ε) προεξείχαν
προεξείχαν(ε)
θα προεξέχουν(ε) να προεξέχουν(ε)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]