προεξοφλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προεξοφλώ < προ- + εξοφλώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προεξοφλώ (παθητική φωνή: προεξοφλούμαι)

  1. εξοφλώ κάτι προτού λήξει η προθεσμία του
  2. παίρνω το μισθό πριν τον προκαθορισμένο χρόνο του
  3. προδικάζω ή προκαταλαμβάνω, εκφέρω γνώμη για ένα πράγμα χωρίς να γνωρίζω την έκβαση αυτού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]