προετοιμασία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προετοιμασία < ελληνιστική κοινή προετοιμασία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προετοιμασία θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προετοιμάζω
- ※ Τέλος, ανανέωσε το ραντεβού για πριν το Πάσχα όπου θα έχει ολοκληρωθεί η πλήρης προετοιμασία ώστε να συμπληρωθούν και να διορθωθούν τυχόν παραλείψεις και αβλεψίες με στόχο την ασφάλεια και την εύνομη λειτουργία του κάθε νησιού, ώστε να αισθάνονται όλοι ότι έρχονται σε έναν τόπο ασφαλή, που προστατεύει την υγεία τους, τη ζωή και την ακεραιότητά τους. (Γραφείο Τύπου, Δήμος Πάρου, 17/12/2024, paros.gr )
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προετοιμασία