προετοιμασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προετοιμασμένος προετοιμασμένη προετοιμασμένο
γενική προετοιμασμένου προετοιμασμένης προετοιμασμένου
αιτιατική προετοιμασμένο προετοιμασμένη προετοιμασμένο
κλητική προετοιμασμένε προετοιμασμένη προετοιμασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προετοιμασμένοι προετοιμασμένες προετοιμασμένα
γενική προετοιμασμένων προετοιμασμένων προετοιμασμένων
αιτιατική προετοιμασμένους προετοιμασμένες προετοιμασμένα
κλητική προετοιμασμένοι προετοιμασμένες προετοιμασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προετοιμασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προετοιμάζομαι < προετοιμάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προετοιμασμένος, -η, -ο

  1. που προνόησε ή προειδοποιήθηκε για κάτι και ετοιμάστηκε, που δεν αιφνιδιάζεται από ένα γεγονός αλλά το περιμένει και έχει φροντίσει να το αντιμετωπίσει
    νόμιζε ότι δεν είχα ιδέα για όλα αυτά, αλλά εγώ ήμουν προετοιμασμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]