Μετάβαση στο περιεχόμενο

προεόρτια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα προεόρτια
      γενική των προεόρτιων
    αιτιατική τα προεόρτια
     κλητική προεόρτια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προεόρτια, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου προεόρτιος στον πληθυντικό, λόγιο διαχρονικό δάνειο από τη μεσαιωνική ελληνική προεόρτια

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾo.eˈoɾ.ti.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προεόρτια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

προεόρτια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. οι ημέρες πριν από μία γιορτή καθώς και οι εορταστικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκειά τους
  2. (μεταφορικά) τα γεγονότα που προηγούνται μιας εξέλιξης και την προαναγγέλλουν ή την προοικονομούν

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

προεόρτια

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεόρτιος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (προεόρτιο) του προεόρτιος



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προεόρτια, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου προεόρτιος στον πληθυντικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

προεόρτια ουδέτερο στον πληθυντικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ἑορτή

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

προεόρτια



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

προεόρτια (ελληνιστική κοινή)