προηγμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προηγμένος προηγμένη προηγμένο
γενική προηγμένου προηγμένης προηγμένου
αιτιατική προηγμένο προηγμένη προηγμένο
κλητική προηγμένε προηγμένη προηγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προηγμένοι προηγμένες προηγμένα
γενική προηγμένων προηγμένων προηγμένων
αιτιατική προηγμένους προηγμένες προηγμένα
κλητική προηγμένοι προηγμένες προηγμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προηγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του προάγομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

προηγμένος, -η, -ο

  1. που βρίσκεται σε ανώτερο στάδιο εξέλιξης, προόδου
    οι προηγμένες τεχνολογικά χώρες της Ευρώπης
    τα προηγμένα κράτη στήριξαν την ανάπτυξή τους στον τρίτο κόσμο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]