προηγούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προηγούμενος προηγούμενη προηγούμενο
γενική προηγούμενου προηγούμενης προηγούμενου
αιτιατική προηγούμενο προηγούμενη προηγούμενο
κλητική προηγούμενε προηγούμενη προηγούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προηγούμενοι προηγούμενες προηγούμενα
γενική προηγούμενων προηγούμενων προηγούμενων
αιτιατική προηγούμενους προηγούμενες προηγούμενα
κλητική προηγούμενοι προηγούμενες προηγούμενα
Οι λόγιοι τύποι με αναβιβασμό τόνου, συνηθίζονται στις ουσιαστικοποιημένες μορφές:
του προηγουμένου, η προηγουμένη, της προηγούμένης,
των προηγουμένων, τους προηγουμένους

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προηγούμενος < μετοχή ενεστώτα του παθητικού αποθετικού ρήματος προηγούμαι < αρχαία ελληνική προηγούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προηγέομαι / προηγοῦμαι
για το ουσιαστικό < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.iˈɣu.mε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προηγούμενος αρσενικό (προηγούμενη θηλυκό, προηγούμενο ουδέτερο)

  1. που συνέβη ή υπήρξε ή έκανε κάτι πριν από κάποιον ή κάτι άλλο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προγενέστερος, πρωτύτερος
    ο προηγούμενος ομιλητής, τα προηγούμενα χρόνια, το προηγούμενο βιβλίο του
  2. που προηγείται, που βρίσκεται μπροστά από κάποιον ή κάτι άλλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προηγούμενος προηγούμενοι
γενική προηγουμένου προηγουμένων
αιτιατική προηγούμενο προηγουμένους
κλητική προηγούμενε προηγούμενοι
Οι τύποι χωρίς αναβιβασμό τόνου συνηθίζονται περισσότερο στη μετοχή.

προηγούμενος

  • αυτός που προηγείται
    ο προηγούμενος να φύγει και να περάσει ο επόμενος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική προηγούμενος προηγουμένη προηγούμενον προηγούμενοι προηγούμεναι προηγούμενα
Γενική προηγουμένου προηγουμένης προηγουμένου προηγουμένων προηγουμένων προηγουμένων
Δοτική προηγουμένῳ προηγουμένῃ προηγουμένῳ προηγουμένοις προηγουμέναις προηγουμένοις
Αιτιατική προηγούμενον προηγουμένην προηγούμενον προηγουμένους προηγουμένας προηγούμενα
Κλητική προηγούμενε προηγουμένη προηγούμενον προηγούμενοι προηγούμεναι προηγούμενα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική προηγουμένω προηγουμένα
Γενική-Δοτική προηγουμένοιν προηγουμέναιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προηγούμενος < μετοχή ενεστώτα του αποθετικού ρήματος προηγέομαι / προηγοῦμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προηγούμενος

  1. προηγούμενος, προπορευόμενος
    το προηγούμενον στράτευμα: η εμπροσθοφυλακή
  2. βασική αρχή που οδηγεί τη σκέψη
    κατά προηγούμενον λόγον
    προηγούμενον θεώρημα

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]