προθάλαμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προθάλαμος οι προθάλαμοι
      γενική του προθαλάμου
& προθάλαμου
των προθαλάμων
& προθάλαμων
    αιτιατική τον προθάλαμο τους προθαλάμους
& προθάλαμους
     κλητική προθάλαμε προθάλαμοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προθάλαμος < προ- + θάλαμος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική antichambre)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προθάλαμος αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) μικρός θάλαμος, δωμάτιο ή αίθουσα (υποδοχής ή αναμονής) που βρίσκεται πριν από την είσοδο σε κάποιον κυρίως χώρο
     συνώνυμα: αντιθάλαμος, αντικάμαρα
  2. (μεταφορικά) η θέση ή η περίοδος πριν περάσουμε σε κάποια επόμενη (ή ανώτερη)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]