προθεσμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προθεσμία προθεσμίες
γενική προθεσμίας προθεσμιών
αιτιατική προθεσμία προθεσμίες
κλητική προθεσμία προθεσμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προθεσμία < αρχαία ελληνική προθεσμία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προθεσμία θηλυκό

  1. χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να γίνει μια ενέργεια
    έχετε προθεσμία να παραδώσετε τα κλειδιά μέχρι το τέλος της εβδομάδας
    προθεσμία τριών μηνών / μέχρι την Κυριακή
    έληξε η προθεσμία υποβολής ενστάσεων

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προθεσμία < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: προθέσμιος (από το προθεσμία ἡμέρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προθεσμία θηλυκό

  1. προσυμφωνημένη ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να πληρωθεί κάποιο ποσό ή να γίνει κάποια ενέργεια