προθεσμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προθεσμία οι προθεσμίες
      γενική της προθεσμίας των προθεσμιών
    αιτιατική την προθεσμία τις προθεσμίες
     κλητική προθεσμία προθεσμίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προθεσμία < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική προθεσμία[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾo.θeˈzmi.a/
συλλαβισμός: προ‐θε‐σμί‐α

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προθεσμία θηλυκό

  • χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να γίνει μια ενέργεια
    έχετε προθεσμία να παραδώσετε τα κλειδιά μέχρι το τέλος της εβδομάδας
    προθεσμία τριών μηνών / μέχρι την Κυριακή
    έληξε η προθεσμία υποβολής ενστάσεων

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική προθεσμία προθεσμία προθεσμῖαι
Γενική προθεσμίας προθεσμίαιν προθεσμιῶν
Δοτική προθεσμί προθεσμίαιν προθεσμίαις
Αιτιατική προθεσμίαν προθεσμία προθεσμίας
Κλητική προθεσμία προθεσμία προθεσμῖαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προθεσμία < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου προθέσμιος (από το προθεσμία ἡμέρα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προθεσμία θηλυκό

  • προσυμφωνημένη ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να πληρωθεί κάποιο ποσό ή να γίνει κάποια ενέργεια