προικίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προικίζω < ελληνιστική κοινή < προίξ

Ρήμα[επεξεργασία]

προικίζω, πρτ.: προίκιζα, στ.μέλλ.: θα προικίσω, αόρ.: προίκισα, παθ.φωνή: προικίζομαι, μτχ.π.π.: προικισμένος

  1. παραχωρώ προίκα
    δεν παντρεύτηκε γιατί έπρεπε πρώτα να δουλέψει σκληρά και να προικίσει την αδελφή του
  2. (μεταφορικά) δίνω ένα χάρισμα
    η φύση τον προίκισε με θηριώδη δύναμη


Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]