προκαλυμμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]προκαλυμμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προκαλύπτω
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προκαλυμμένος
|
|
προκαλυμμένος, -η, -ο
|
|