προκατάληψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προκατάληψη προκαταλήψεις
γενική προκατάληψης
& προκαταλήψεως
προκαταλήψεων
αιτιατική προκατάληψη προκαταλήψεις
κλητική προκατάληψη προκαταλήψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προκατάληψη < αρχαία ελληνική προκατάληψις < προκαταλαμβάνω· πρβλ και λῆψις < λαμβάνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ka.ˈta.li.psi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προκατάληψη θηλυκό

  1. εκδήλωση εύνοιας ή συνηθέστερα δυσμένειας, όχι με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δεδομένα αλλά προσωπικές συμπάθειες, ατομικά συμφέροντα ή αστήριχτες στερεοτυπικές αντιλήψεις

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]