προκατειλημμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προκατειλημμένος προκατειλημμένη προκατειλημμένο
γενική προκατειλημμένου προκατειλημμένης προκατειλημμένου
αιτιατική προκατειλημμένο προκατειλημμένη προκατειλημμένο
κλητική προκατειλημμένε προκατειλημμένη προκατειλημμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προκατειλημμένοι προκατειλημμένες προκατειλημμένα
γενική προκατειλημμένων προκατειλημμένων προκατειλημμένων
αιτιατική προκατειλημμένους προκατειλημμένες προκατειλημμένα
κλητική προκατειλημμένοι προκατειλημμένες προκατειλημμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προκατειλημμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προκαταλαμβάνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προκατειλημμένος, -η, -ο

  • που έχει διαμορφώσει εκ των προτέρων άποψη για ένα πρόσωπο ή θέμα και επομένως δύσκολα την αλλάζει· που έχει προκατάληψη

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]