προκηρυχθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προκηρυχθείς
προκηρυχθέντας
η προκηρυχθείσα το προκηρυχθέν
      γενική του προκηρυχθέντος
προκηρυχθέντα
της προκηρυχθείσας
προκηρυχθείσης*
του προκηρυχθέντος
    αιτιατική τον προκηρυχθέντα την προκηρυχθείσα το προκηρυχθέν
     κλητική προκηρυχθείς
προκηρυχθέντα
προκηρυχθείσα προκηρυχθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προκηρυχθέντες οι προκηρυχθείσες τα προκηρυχθέντα
      γενική των προκηρυχθέντων των προκηρυχθεισών των προκηρυχθέντων
    αιτιατική τους προκηρυχθέντες τις προκηρυχθείσες τα προκηρυχθέντα
     κλητική προκηρυχθέντες προκηρυχθείσες προκηρυχθέντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -είς -εῖσα, -έν
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα «πληγείς» Κατηγορία όπως «πληγείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προκηρυχθείς < από τη μετοχή της καθαρεύουσας προκηρυχθείς, προκηρυχθεῖσα, προκηρυχθέν, του παθητικού αορίστου του ρήματος προκηρύσσω

Μετοχή[επεξεργασία]

προκηρυχθείς

  • λόγια μετοχή, αντίστοιχη της νεοελληνικής προκηρυγμένος -χρησιμοποιείται σπάνια και κυρίως σε επίσημα έγγραφα
οι προκηρυχθείσες θέσεις διευθυντών είχαν τελευταία φορά προκηρυχθεί το 2009
Να ανακληθεί ο προκηρυχθείς διαγωνισμός και να γίνει νέα προκήρυξη σύμφωνα με την ισχύουσα...

προκηρυγμένος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

προκηρυχθείς (αδόκιμος τύος)

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσομαι
  2. θα προκηρυχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προκηρύσσομαι

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το προκηρύσσομαι στους παθητικούς τύπους δεν είναι δόκιμο στο α΄και β΄πρόσωπο γιατί δεν χρησιμοποιείται για ανθρώπους